Από το βράδυ της Κυριακής 28-8-2016 η πόλη της Έδεσσας πρέπει να αισθάνεται φτωχότερη, διότι έφυγε από κοντά μας ένας μεγάλος επιστήμονας, προπάντων όμως ένας φίλος της Έδεσσας, ο αρχαιολόγος Ευάγγελος Κακαβογιάννης.
pethane-o-arxaiologos-euaggelos-kakabogiannis
Αποχώρησε ως Επίτιμος Γενικός Διευθυντής Αρχαιοτήτων από το Υπουργείο Πολιτισμού και η τελευταία του θέση ήταν το επιστέγασμα μιας μακράς πορείας σε όλες τις βαθμίδες της υπηρεσιακής εξέλιξης σε κάθε γωνιά της Ελλάδας, όπου πάντοτε επέδειξε τον ίδιο ζήλο, την ίδια αγάπη για τη μελέτη, αλλά κυρίως για την προστασία των αρχαιολογικών λειψάνων και την προάσπιση της ιστορίας από τα βάθη της μέχρι τις μέρες μας μέσα από τους αγώνες του Συλλόγου Ελλήνων Αρχαιολόγων.
Γεννήθηκε στο Λαύριο το 1938 και πολύ νωρίς μετά την απώλεια του πατέρα του από ναυτικό ατύχημα χρειάστηκε να παλέψει για να μπορέσει να ολοκληρώσει τις πανεπιστημιακές του σπουδές. Ο αγώνας όμως αυτός σφυρηλάτησε την στάση του απέναντι στη ζωή και διαμόρφωσε την ποιότητα του χαρακτήρα του, που κατεξοχήν εντυπωσίαζε τους συνομιλητές του και αποτελούσε παράδειγμα στους συνεργάτες και μαθητές του.
Έχοντας θητεύσει καταρχήν στην πληρέστερα οργανωμένη σε όλη την Ελλάδα Εφορεία Αρχαιοτήτων της Ρόδου άφησε στη συνέχεια τη σφραγίδα του σε κάθε άλλο τόπο. Και η ελληνική γη όμως πλούσια του το ανταπόδωσε, καθώς έφερε στο φως μοναδικές αρχαιότητες. Από τις πλέον σημαντικές πρέπει να θεωρηθεί η έρευνά του σε σειρά αρχαίων μεταλλείων στη γενέτειρά του το Λαύριο, που παρουσίασε με τη διατριβή του, και απέδειξε ότι η εκμετάλλευσή τους υπήρξε ο θεμέλιος λίθος για το Αθηναϊκό Θαύμα της κλασικής εποχής.
Μαζί με τη σύντροφο του Όλγα Κακαβογιάννη και το γιο τους Χρήστο Κακαβογιάννη έζησαν στην Έδεσσα στα μέσα της δεκαετίας του ’70 και πάντα θεωρούσαν την παραμονή τους εδώ ένα από τα ευτυχέστερα διαστήματα της κοινής τους ζωής, καθώς μόλις τελείωσε μια σοβαρή περιπέτεια της υγείας του απολάμβαναν την εδεσσαϊκή φιλοξενία, μοναδικές μαγικές βραδιές με αγαπημένους Εδεσσαίους φίλους (ανάμεσά τους τον πρόωρα χαμένο Γιάννη Τζορμπατζόγλου), που ήταν αφιερωμένες σε συζητήσεις για τις αρχαιότητες της Έδεσσας και την ανάδειξή τους. Δεν έλειπε όμως το ενδιαφέρον και για άλλα θέματα, όπως η ποίηση, η τέχνη, η φύση, η οικολογία.
Μόλις είχε ιδρυθεί το 1973 η ΙΖ΄ Εφορεία Αρχαιοτήτων με έδρα την Έδεσσα και ο Βαγγέλης Κακαβογιάννης μαζί με το υπόλοιπο προσωπικό, αλλά και τους φίλους των αρχαιοτήτων της πόλης αποτέλεσαν μια δημιουργική ομάδα, που φλογιζόταν να προωθηθεί το ιστορικό παρελθόν της.
Έχοντας ήδη μεγάλη εμπειρία, υπήρξε πρωτεργάτης μαζί με τη συνάδελφό του Όλγα Κακαβογιάννη στις τοπογραφικές έρευνες και στην οργάνωσή των πολλαπλών αρχείων της Εφορείας, που υπήρξαν στη συνέχεια πολύτιμα για τους επόμενους αρχαιολόγους. Πολύτιμα όμως είναι και τα οξυδερκή ημερολόγια των ανασκαφών που πραγματοποίησε από το 1973-1976 στο τείχος της ακρόπολης της αρχαίας Έδεσσας. Αμέσως κατανόησε ότι στην πόλη τη φημισμένη για τους πανέμορφους καταρράκτες της, η διαχείριση των υδάτων θα ήταν άμεσα συνδεδεμένη με το μεγάλο έργο της οχύρωσής της. Το αξεπέραστο άρθρο του στα Εδεσσαϊκά Χρονικά το 1976, «Προβλήματα Εδεσσαϊκής Αρχαιολογίας» δεν είναι απλώς μία κατάθεση αρχαιολογικών στοιχείων, αλλά ένας συνδυασμός τους με τις πηγές και τη γεωλογική διαμόρφωση, που οδήγησε και τους μεταγενέστερους μελετητές.
Ο Ευάγγελος Κακαβογιάννης έφυγε και άφησε ένα δυσαναπλήρωτο κενό επιστήμονα που μελετούσε τη διαχρονική δράση του ανθρώπου στην ολότητά της. Η γυναίκα του Όλγα, που τη λάτρευε γιατί υπήρξε μια ακούραστη σύντροφος και ο δεύτερος γιος του Ευθύμιος, ένας νέος αρχαιολόγος με τη δική του φλόγα, συνεχίζουν το έργο του.
Ο Δήμος της Έδεσσας τιμά τη μνήμη του και αναγνωρίζει την προσφορά του ως ερευνητή της αρχαίας Έδεσσας, αλλά και τη μεταγενέστερη συμβολή του από τη θέση του Διευθυντή Αρχαιοτήτων στα ανακύπτοντα προβλήματα της Εφορείας.