Με αφορμή πολλών ερωτημάτων προς το ΥΠΑΑΤ από φυσικά και νομικά πρόσωπα του αγροτικού χώρου, το Υπουργείο σταχυολόγησε τις διατάξεις που αφορούν το ακατάσχετο και βρίσκονται διάσπαρτες σε διάφορα νομοθετήματα.

Πιο αναλυτικά, η παρούσα οικονομική συγκυρία αλλά και η ιδιαιτερότητα του επαγγέλματος του αγρότη, καθιστά απολύτως αναγκαία την προστασία των οικονομικών ενισχύσεων που προορίζονται για επενδύσεις, καθώς και των ενισχύσεων και αποζημιώσεων που χορηγούνται για την επανόρθωση, αναπλήρωση ζημιών του ζωικού ή φυτικού κεφαλαίου που προκαλείται από γεγονότα ανώτερης βίας ή άλλα έκτακτα περιστατικά και δεν καλύπτονται ασφαλιστικά από τον ΕΛ.Γ.Α. Η κατάσχεση χρημάτων που προορίζονται για τον σκοπό αυτό ισοδυναμεί τις περισσότερες φορές με οριστικό αποκλεισμό του αγρότη από τη δυνατότητα άσκησης της δραστηριότητάς του.

Η αναγνώριση της ιδιαίτερης φύσης του επαγγέλματος του αγρότη και η ανάγκη προστασίας του, αποτυπώνεται διαχρονικά σε διάφορα νομοθετήματα. Σήμερα, θα πρέπει να λαμβάνεται υπόψη ότι η κατάσχεση χρηματικών ενισχύσεων ή επιδοτήσεων που προορίζονται για επενδύσεις στον αγροτικό τομέα όχι μόνο ακυρώνει στην πράξη την ολοκλήρωση της επένδυσης αλλά και δημιουργεί τον κίνδυνο ανάκτησης των χρηματικών καταβολών μέσω δημοσιονομικών διορθώσεων στην χώρα μας με ποσά πολλαπλάσια των κατασχέσεων.

Στην ελληνική έννομη τάξη το ακατάσχετο ρυθμίζεται σε διάφορα νομοθετήματα και ειδικότερα:
α) Στο άρθρο 17 του Κ.Ε.Δ.Ε. καθορίζονται τα κινητά πράγματα που αν και ανήκουν στην περιουσία του οφειλέτη, εξαιρούνται της κατασχέσεως είτε επειδή αποτελούν πράγματα προσωπικής χρήσεως και απαραίτητα προς το ζην, είτε επειδή πρόκειται για πράγματα απαραίτητα για την επαγγελματική απασχόληση και την εξασφάλιση των αναγκαίων για τη διαβίωσή του, συμπεριλαμβανομένων και των προσώπων που απασχολούνται στον γεωργικό τομέα. Προς την κατεύθυνση αυτή βρίσκονται και οι ρυθμίσεις του άρθρου 953 του ΚΠολΔ (όπως ισχύει μετά την πρόσφατη τροποποίησή του από το Ν.4335/2015), ο οποίος (ΚΠολΔ) εφαρμόζεται, και στον Κ.Ε.Δ.Ε. εφόσον δεν περιέχει αντίθετη ρύθμιση σύμφωνα με το άρθρο 89 του Κ.Ε.Δ.Ε.

β) Στην παράγραφο 2 του άρθρου 31 του Κ.Ε.Δ.Ε. προσδιορίζεται το ακατάσχετο των καταθέσεων σε πιστωτικά ιδρύματα σε έναν και μοναδικό ατομικό ή κοινό λογαριασμό στο ποσό των χιλίων διακοσίων πενήντα (1.250) ευρώ μηνιαίως για κάθε φυσικό πρόσωπο και σε ένα μόνο πιστωτικό ίδρυμα. Στην περίπτωση που ο μισθός ή η σύνταξη κατατίθεται σε τραπεζικό λογαριασμό, απαιτείται η γνωστοποίησή του με την υποβολή ηλεκτρονικής δήλωσης στο πληροφοριακό σύστημα της Φορολογικής Διοίκησης.

γ) Επίσης, με την παράγραφο 1 του άρθρου 32 του Ν.4314/2014 «Αναπτυξιακές παρεμβάσεις» ορίστηκε ότι «οι προκαταβολές και οι ενδιάμεσες πληρωμές των δικαιούχων για την υλοποίηση των πράξεων που συγχρηματοδοτούνται από τα Επιχειρησιακά Προγράμματα του ΕΣΠΑ, το Επιχειρησιακό Πρόγραμμα Αλιείας και Θάλασσας και το Πρόγραμμα Αγροτικής Ανάπτυξης, δεν κατάσχονται, δεν υπόκεινται σε κανενός είδους παρακράτηση και δεν συμψηφίζονται με τυχόν οφειλές του δικαιούχου προς το Ελληνικό Δημόσιο ή τα ασφαλιστικά ταμεία. Στην περίπτωση αυτή παραμένουν σε ισχύ οι γενικές διατάξεις περί φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας για είσπραξη χρημάτων, χωρίς όμως τον όρο της παρακράτησης. Οι τελικές πληρωμές των ανωτέρω δικαιούχων, μετά την ολοκλήρωση του έργου, δύνανται να κατάσχονται, συμψηφίζονται, παρακρατούνται ή να αποδίδονται για λογαριασμό του δικαιούχου και καταβάλλονται με την υποχρεωτική προσκόμιση αποδεικτικών φορολογικής και ασφαλιστικής ενημερότητας […]». Σημειώνεται ότι από την έναρξη ισχύος του ως άνω νόμου καταργήθηκε κάθε γενική ή ειδική διάταξη που ρυθμίζει διαφορετικά τα θέματα της παραγράφου 1 του άρθρου 32 του Ν.4314/2014, ενώ με την τρίτη παράγραφο του ίδιου άρθρου προβλέπεται ότι τα ανωτέρω ισχύουν και για την καταβολή χρηματοδοτήσεων δικαιούχων εις βάρος του Προϋπολογισμού Δημοσίων Επενδύσεων για πράξεις/έργα που είναι ενταγμένα ή εντάσσονται στα ΕΠ του ΕΣΠΑ 2007-2013, στο ΠΑΑ και στο ΕΠΑΛ 2007-2013.

δ) Άλλωστε και με την υπ’αριθμ. 465/1999 γνωμοδότηση της Ολομέλειας του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (Ν.Σ.Κ.) που έγινε αποδεκτή από τον Υφυπουργό Οικονομικών κρίθηκε ότι δεν υπόκεινται υπό προϋποθέσεις σε κατάσχεση επιδοτήσεις της Ευρωπαϊκής Ένωσης ή χρηματικές ενισχύσεις που αποσκοπούν στην υπό του δικαιούχου εις το μέλλον ενέργεια συγκεκριμένης επένδυσης ή στην επίτευξη συγκεκριμένου έργου ή αποτελέσματος. Το ίδιο ισχύει και για τις ενδιάμεσες καταβολές που αποσκοπούν στη διατήρηση ή συνέχιση κάποιου κοινοτικού προγράμματος, η στέρηση των οποίων με κατάσχεση ή συμψηφισμό θα οδηγούσε σε αδυναμία εκτέλεσης του οικείου κοινοτικού προγράμματος και σε άρνηση περαιτέρω χρηματοδότησης ή σε ενδεχόμενη αναζήτηση των ενδιάμεσων καταβολών.

ε) Ακατάσχετες θεωρούνται και οι παροχές, που χορηγούνται στους ασφαλισμένους από τον ΕΛ.Γ.Α. με βάση τον Ν.1790/1988, οι οποίες απαλλάσσονται από κάθε φόρο και τέλη χαρτοσήμου. Επιτρέπεται η κατάσχεση τους μόνο εφόσον πρόκειται για απαιτήσεις για νόμιμη διατροφή καθώς και ο συμψηφισμός των παροχών αυτών με οφειλές του δικαιούχου προς τον ΕΛ.Γ.Α.

Τονίζεται τέλος, ότι όταν επιβάλλονται από το Δημόσιο κατασχέσεις σε τραπεζικές καταθέσεις εις χείρας πιστωτικών ιδρυμάτων ως τρίτων, στις οποίες συμπεριλαμβάνονται και ποσά κοινοτικών επιδοτήσεων, τα πιστωτικά ιδρύματα, τα οποία γνωρίζουν την προέλευση της κατάθεσης και το είδος των ενισχύσεων, οφείλουν να εξετάζουν κάθε φορά, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της ισχύουσας νομοθεσίας για το ακατάσχετο αυτών.

Με αφορμή τη δημοσιοποίηση των υφιστάμενων ρυθμίσεων για το ακατάσχετο του αγροτικού χώρου από το ΥΠΑΑΤ, ο Υπουργός Αγροτικής Ανάπτυξης και Τροφίμων, Βαγγέλης Αποστόλου δήλωσε τα εξής: «Σε κάθε περίπτωση επειδή η κατάσχεση χρημάτων που προορίζονται είτε για επενδύσεις είτε για την αναπλήρωση απώλειας του ζωικού ή φυτικού κεφαλαίου των αγροτών επηρεάζει σημαντικά την δραστηριότητά τους, σύντομα θα αναλάβουμε σε συνεργασία με τα συναρμόδια υπουργεία, πρωτοβουλία να ενισχυθεί – διευκρινιστεί περαιτέρω το νομοθετικό πλαίσιο του ακατάσχετου για τους αγρότες».