Νέα ανάλυση της Greenpeace καταλήγει στο συμπέρασμα ότι οι αυξήσεις στις τιμές της ενέργειας οδήγησαν στην αύξηση του πληθωρισμού στην ευρωζώνη εν μέσω του πολέμου κατά του Ιράν. Μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου 2026, οι τιμές της ενέργειας ήταν υπεύθυνες για το σύνολο της αύξησης του πληθωρισμού στην ευρωζώνη, από 1,7% σε 3,2%, σύμφωνα με νέα ανάλυση της Greenpeace. Η νέα αυτή ανάλυση [1] αποκαλύπτει την πολύ μεγάλη έκταση του “fossilflation”, δηλαδή του πληθωρισμού που προκαλείται εξαιτίας της εξάρτησης από τα ορυκτά καύσιμα.
Χωρίς την απότομη αύξηση της τιμής του πετρελαίου, που προκλήθηκε από τον πόλεμο ΗΠΑ και Ισραήλ στο Ιράν, ο πληθωρισμός στην ευρωζώνη τον Αύγουστο θα ήταν 2,2%, αντί για 3,2%. Τα ευρήματα καταδεικνύουν το πώς η εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα εκθέτει τα νοικοκυριά σε όλο τον κόσμο σε απότομες διακυμάνσεις των τιμών, οι οποίες με τη σειρά τους επηρεάζουν την ευρύτερη οικονομία[1].
O John Noël, υπεύθυνος εκστρατείας στη διεθνή Greenpeace, δήλωσε: “Το πρόβλημα είναι μεγαλύτερο από οποιαδήποτε μεμονωμένη σύγκρουση ή απότομη άνοδο της τιμής του πετρελαίου. Όσο οι οικονομίες παραμένουν συνδεδεμένες με τις ασταθείς αγορές ορυκτών καυσίμων, οι επαναλαμβανόμενες διαταραχές συνεχίζουν να επιβαρύνουν το κόστος διαβίωσης των νοικοκυριών. Οι κυβερνήσεις πρέπει να προστατεύσουν τους πολίτες από τον ανεξέλεγκτο πληθωρισμό που προκαλείται από την εξάρτηση από τα ορυκτά καύσιμα, αντικαθιστώντας τα με αποκεντρωμένες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και εξηλεκτρισμό”.
Η έκθεση διαπίστωσε ότι οι τιμές της ενέργειας ήταν υπεύθυνες για το 97% των διακυμάνσεων του πληθωρισμού στην ευρωζώνη από το 2024, όταν είχαν πλέον εκλείψει οι προσωρινές στρεβλώσεις του πληθωρισμού κατά τη διάρκεια των ετών της πανδημίας. Αυτό αποδεικνύει ότι ο πληθωρισμός που προκαλείται από τα ορυκτά καύσιμα (το fossilflation) αποτελεί μια επαναλαμβανόμενη πηγή οικονομικής αστάθειας που πρέπει να αντιμετωπιστεί από τις κυβερνήσεις και τις κεντρικές τράπεζες, και όχι να αντιμετωπίζεται ως ένα προσωρινό φαινόμενο που βρίσκεται εκτός του πεδίου αρμοδιότητάς τους.
Η ανάλυση επίσης ανέδειξε το γεγονός ότι τα νοικοκυριά μπορούν να προστατευθούν από αυτή την οικονομική έκθεση μεταβαίνοντας σε ανανεώσιμες πηγές ενέργειας, όπως η αιολική και η ηλιακή, καθώς και σε ηλεκτροκίνητες τεχνολογίες που τροφοδοτούνται με ηλεκτρική ενέργεια αντί για ορυκτά καύσιμα. Σε μια ενδεικτική προσομοίωση, ένα πλήρως ηλεκτροκίνητο γερμανικό νοικοκυριό που χρησιμοποιούσε ηλεκτρικό όχημα, αντλία θερμότητας, ηλιακό σύστημα στην οροφή και μπαταρία αποθήκευσης αντιμετώπισε αύξηση τιμών κατά 1,5% μεταξύ Ιανουαρίου και Αυγούστου 2026, σε σύγκριση με 2,5% σε ένα μέσο νοικοκυριό.
Ο Noël συνέχισε: “Ενώ οι εταιρείες ορυκτών καυσίμων αποκομίζουν εξωφρενικά κέρδη, οι πολίτες δυσκολεύονται όλο και περισσότερο να τα βγάλουν πέρα. Οι ανανεώσιμες πηγές ενέργειας μπορούν να προστατεύσουν αποτελεσματικά τα νοικοκυριά και να τους προσφέρουν μεγαλύτερο έλεγχο επί των λογαριασμών τους. Τα φωτοβολταϊκά συστήματα στις στέγες, οι μπαταρίες, τα ηλεκτρικά οχήματα, οι δημόσιες συγκοινωνίες και οι αντλίες θερμότητας, μπορούν να μειώσουν την έκθεση στις διακυμάνσεις των ασταθών αγορών ορυκτών καυσίμων. Γι’ αυτό οι κεντρικές τράπεζες πρέπει να αναγνωρίσουν τα ορυκτά καύσιμα ως οικονομικό ρίσκο και οι κυβερνήσεις πρέπει να επιταχύνουν τη μετάβαση σε αποκεντρωμένα συστήματα ανανεώσιμης ενέργειας που προστατεύουν τους πολίτες και τις τοπικές επιχειρήσεις από επαναλαμβανόμενες διακυμάνσεις των τιμών, αντί να τους αφήνουν εκτεθειμένους.”
Η Greenpeace καλεί τις κυβερνήσεις να επιταχύνουν τη μετάβαση από τα ορυκτά καύσιμα στις αποκεντρωμένες ανανεώσιμες πηγές ενέργειας και τον εξηλεκτρισμό, η οποία μπορεί να χρηματοδοτηθεί μέσω της επιβολής μόνιμων φόρων στα κέρδη των εταιρειών πετρελαίου και αερίου. Καλούμε επίσης την ελληνική κυβέρνηση για άλλη μία φορά να βάλει τέλος στα σχέδια επέκτασης έργων και υποδομών ορυκτού αερίου στη χώρα, είτε αυτά αφορούν εξορύξεις στα ελληνικά ύδατα είτε εγκαταστάσεις υγροποιημένου αερίου είτε αγωγούς, και να επικεντρωθεί στην ακόμα πιο εντατική εκμετάλλευση των πολύ μεγάλων δυνατοτήτων της χώρας για βιώσιμη και δίκαιη παραγωγή ενέργειας από ΑΠΕ, αποθήκευση ενέργειας και εξοικονόμηση.






















