Κύριε Πρόεδρε του Δικηγορικού Συλλόγου των Παρισίων,
κυρίες και κύριοι,

είναι ιδιαίτερη τιμή η βράβευσή μου από τον Σύλλογό σας.
Έναν Σύλλογο με αδιαμφισβήτητο επιστημονικό κύρος και θεσμικό βάρος, αλλά και με την ιστορική διαδρομή που έχει διανύσει από το 1274 που ιδρύθηκε. Έναν σύλλογο πρωτοπόρο σε όλη την Ευρώπη, στην υπεράσπιση του ανθρώπου και του πολίτη.

Σήμερα, κύριε Πρόεδρε, στο πρόσωπό μου, επιτρέψτε μου να σας πω –έτσι το αισθάνομαι εγώ τουλάχιστον-βραβεύετε την Ελλάδα και βραβεύετε και έναν ολόκληρο λαό που στο διάβα της ιστορίας έχει γράψει, έχει εγγράψει την δέσμευσή του για την Ευρώπη με το αίμα του, σε δύσκολες στιγμές της ιστορίας, το σθένος του και πρόσφατα με τις δυσανάλογες θυσίες του.
Ιδιαίτερα στην τελευταία επταετία της πιο σκληρής λιτότητας, που έχει υποστεί ευρωπαϊκή χώρα τα τελευταία χρόνια.
Παρά το γεγονός, ότι ο ελληνικός λαός είχε τη δυνατότητα να ανοίξει το κουτί της Πανδώρας για την Ευρωζώνη και για την Ευρώπη το καλοκαίρι του 2015, ούτε μια στιγμή η πλειοψηφία του δεν αμφισβήτησε τη παρουσία της χώρας στην καρδιά της Ευρώπης.
Ακόμα και όταν κάποιοι ακραίοι στην Ευρώπη σχεδίαζαν, είτε από πολιτική διαστροφή είτε από άγνοια κινδύνου, την τιμωρητική έξοδο της Ελλάδας από την ευρωζώνη. Και επέβαλαν την συνέχιση ενός καθεστώτος εξαίρεσης για την Ελλάδα, ασχέτως του ότι γνώριζαν από την αρχή, εκείνο που προσφάτως ο Πρόεδρος του Eurogroup ο κ. Ντάισελμπλουμ, παραδέχτηκε. Ότι, δηλαδή, τα διαδοχικά Μνημόνια λιτότητας σχεδιάστηκαν για να διασώσουν τις ευρωπαϊκές τράπεζες και όχι την Ευρώπη, όχι το ευρωπαϊκό ιδεώδες.

Εμείς όμως παρά την πρωτοφανή πίεση, παραμείναμε, δεν αποχωρήσαμε και συνεχίζουμε να αγωνιζόμαστε εντός του κοινού πλαισίου, εντός της Ευρώπης.
Γι’ αυτό θα έλεγα ότι η ευρωπαϊκή δέσμευση του ελληνικού λαού δεν είναι ένα σύνηθες ρητορικό σχήμα. Είναι μια διαρκής και επίπονη συγγραφή κεφαλαίων της ίδιας της ευρωπαϊκής ιστορίας.
Και, προφανώς, εγώ δεν θα αρκεστώ μόνο στο να πω κάτι το οποίο θα έλεγαν και άλλοι στη θέση μου, ανατρέχοντας ίσως και στην Αθηναϊκή Δημοκρατία του 5 π.Χ αιώνα. Δεν θα αρκεστώ να πω ότι, είμαι Ευρωπαίος επειδή είμαι Έλληνας. Αλλά θα πω και κάτι ακόμα, διότι δεν θέλω να σας κρύψω σήμερα την πολιτική μου ταυτότητα, θα πω ταυτόχρονα ότι είμαι και ευρωπαϊστής, ακριβώς επειδή είμαι αριστερός.
Και έχω πειστεί ότι ο αγώνας για τη βελτίωση της θέσης των εργαζομένων θα δοθεί και θα κριθεί στην Ευρώπη. Εάν δεν κερδηθεί εκεί, δεν θα κερδηθεί πουθενά.
Αυτό είναι κατά την άποψή μου το δίδαγμα της Ιστορίας.
Αλλά είναι και το δίδαγμα που αντλήσαμε από την ελληνική περιπέτεια της τελευταίας επταετίας. Μια περιπέτεια που παίρνει το τέλος της τον Αύγουστο του 2018, με την έξοδο της χώρας από τα μνημόνια και από αυτό το ασφυκτικό καθεστώς επιτροπείας. Γιατί η Ευρώπη, κυρίες και κύριοι, πορεύεται στο χρόνο με τις αντιφάσεις και τις αντινομίες της. Κάθε γνώρισμά της κλείνει μέσα του και το αντίθετό του.
Την Ευρώπη των γραμμάτων και των τεχνών, της δημοκρατίας και των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, αλλά και την Ευρώπη της μισαλλοδοξίας, των εθνικισμών και του Ολοκαυτώματος.
Την Ευρώπη που γέννησε το Διαφωτισμό, τη γαλλική Επανάσταση και τον ανθρωπισμό, αλλά και τους δύο παγκόσμιους πολέμους.
Τη νεοφιλελεύθερη Ευρώπη των τεχνοκρατών και των περιορισμών, αλλά και τη δημοκρατική Ευρώπη των δικαιωμάτων και των ανοιχτών οριζόντων.
Υπνοβατεί προς την διαίρεση, αλλά ταυτόχρονα αναζητεί και την μεγαλύτερη ένωση.
Αναστοχαζόμενη πάνω στην εμπνευσμένη από τον Ζαν Μονέ, διακήρυξη του Ρομπέρ Σουμάν της 9ης Μαΐου 1950. Μια διακήρυξη στην οποία έθεσε, με τα δικά του λόγια, όπως έλεγε τις «πρώτες, συγκεκριμένες βάσεις μιας ευρωπαϊκής Ομοσπονδίας, που θα είναι απαραίτητη για τη διατήρηση της ειρήνης».
Αυτές οι αντινομίες είναι προϊόν του εκάστοτε συσχετισμού πολιτικής ισχύος στην Ευρώπη. Δηλαδή έχουν μια δυναμική, αλλάζουν. Και αυτήν ακριβώς την προοπτική της αλλαγής είναι που πρέπει εμείς να υπηρετήσουμε.
Κυρίες και κύριοι,
Θα έλεγα ότι δεν είναι μόνον δική μας διαπίστωση, ότι η πρόσφατη χρηματοπιστωτική κρίση μετεξελίχθηκε γρήγορα σε κρίση Δημοκρατίας και σε κρίση πολιτικής. Διάβρωσε την δημοκρατική νομιμοποίηση της ευρωπαϊκής ενοποίησης. Διεύρυνε τις ανισότητες όχι μόνο μεταξύ των κρατών – μελών, αλλά και μεταξύ των πολιτών στο εσωτερικό των κρατών – μελών.
Στα χρόνια της κρίσης, υποχώρησε η Ευρωπαϊκή Ένωση ως κοινότητα δικαίου και σύστημα βασικών αξιών. Γιατί η Ευρωπαϊκή Ένωση είναι, εκτός των άλλων, και ένα σύστημα δικαίου. Όχι όμως μόνο με την έννοια ενός συνόλου κανόνων δικαίου αλλά, κυρίως, με την έννοια ενός συνόλου δικαιικών αξιών.


Η αρχή του κράτους δικαίου, οι δημοκρατικές αρχές, ο σεβασμός των θεμελιωδών δικαιωμάτων, αποτελούν ακρογωνιαίο λίθο του οικοδομήματος της Ένωσης. Τα κράτη – μέλη της Ένωσης, θέτοντας ως βάση αυτές τις θεμελιώδεις αρχές και αξίες, εκφράζουν την βούληση και την ελπίδα για τη δημιουργία ενός κοινού νομικού πολιτισμού. Είναι ακριβώς αυτές οι κοινές δικαιικές αξίες και αρχές, που μας επιτρέπουν να μπορούμε να μιλάμε πλέον και για μια κατεύθυνση ευρωπαϊκής ενοποίησης και σε επίπεδο δικονομικών κανόνων. Γιατί μόνο επί τη βάσει αυτών των αρχών μπορεί να δομηθεί μία σχέση αμοιβαίας εμπιστοσύνης ανάμεσα στα κράτη – μέλη, σε έναν τόσο ευαίσθητο τομέα.
Για παράδειγμα, η αμοιβαία αναγνώριση δικαστικών αποφάσεων έχει ως αναγκαστικό προαπαιτούμενο την αμοιβαία εμπιστοσύνη και μάλιστα σε αυξημένο βαθμό, γιατί αφορά θεμελιώδη στοιχεία εθνικής κυριαρχίας. Όπως, εξάλλου, και η διαδικασία εκτέλεσης δικαστικών αποφάσεων. Παράλληλα, η προσέγγιση των δικονομικών δικαίων είναι πολύ σημαντική για την προώθηση της πορείας της Ένωσης. Δεν μπορεί να μιλάμε για πραγματική εσωτερική αγορά και πραγματική ένωση χωρίς κοινούς δικονομικούς κανόνες, που να διευκολύνουν τις διασυνοριακές συναλλαγές, αλλά και ταυτόχρονα να εγγυώνται την ισοδύναμη προστασία των δικονομικών δικαιωμάτων των πολιτών της Ένωσης, όταν δρουν εκτός των στεγανών των συνόρων των κρατών -μελών. Και μάλιστα, κατοχυρώνοντας ένα υψηλό επίπεδο δικονομικών εγγυήσεων επί τη βάσει του Χάρτη Θεμελιωδών Δικαιωμάτων και της Ευρωπαϊκής Σύμβασης Δικαιωμάτων του Ανθρώπου.
Κυρίες και κύριοι,
Η κρίση, δεν υπάρχει αμφιβολία, απομάκρυνε την Ευρώπη από τις ιδρυτικές της αξίες. Δεν ευνόησε ριζικές πρωτοβουλίες εμβάθυνσης της συνεργασίας. Κατέληξε να απομακρύνει και όχι να αποτελεί καταλύτη προσέγγισης των κρατών – μελών και των λαών τους. Και η διαδικασία της ευρωπαϊκής ολοκλήρωσης βρίσκεται σήμερα αντιμέτωπη με τις συνέπειες αυτής της κρίσης. Μιας κρίσης, η οποία ενέτεινε την ασύμμετρη ολοκλήρωση της Ευρωπαϊκής Ένωσης και βάθυνε, ακόμα περισσότερο, το ρήγμα Βορρά και Νότου.
Με πυρήνα το ενιαίο νόμισμα, χωρίς, όμως, ενιαία οικονομική και δημοσιονομική πολιτική, αλλά και χωρίς το επιστέγασμα μιας πολιτικής ένωσης. Μια Ευρωζώνη που περιλαμβάνει κράτη – μέλη με διαφοροποιημένα επίπεδα οικονομικής ανάπτυξης, αλλά και συστήματα θεσμικής οργάνωσης της κοινωνικής και οικονομικής διαδικασίας. Και επιπλέον, με μία διαχείριση της κρίσης που μεγέθυνε το εξής παράδοξο, με το οποίο είμαστε, σήμερα, αντιμέτωποι. Μετέφερε ατύπως, αλλά ουσιαστικά, το κέντρο λήψης των αποφάσεων από τους υπερεθνικούς, ευρωπαϊκούς θεσμούς, στους διακυβερνητικούς θεσμούς. Και μάλιστα, συνήθως, πίσω από τις κλειστές πόρτες άτυπων οργάνων που δεν λογοδοτούν στους ευρωπαϊκούς λαούς, στους ευρωπαίους πολίτες, που κρατιούνται μακριά από τα κέντρα λήψης των αποφάσεων.
Οι αποφάσεις λαμβάνονται, πλέον, στο Ευρωπαϊκό Συμβούλιο και στο θεσμικά ανύπαρκτο Eurogroup και συνήθως έχουν ως συνδετικό κρίκο τον νεοφιλελεύθερο δημοσιονομικό φετιχισμό, με σαφή υποβάθμιση των θεσμών εκείνων, των υπερεθνικών θεσμών, όπως η Ευρωπαϊκή Επιτροπή ή το Ευρωπαϊκό Κοινοβούλιο. Δηλαδή, από τη στιγμή κατά την οποία η Ευρωπαϊκή Ένωση υποτίθεται ότι θα γινόταν περισσότερο δημοκρατική, με το θεσμικό και πολιτικό προβάδισμα που απέδιδε η Συνθήκη της Λισαβόνας στους ευρωπαϊκούς θεσμούς, αντί να οδηγηθούμε σε μία Ευρώπη περισσότερο δημοκρατική, τελικά οδηγηθήκαμε σε μία Ευρώπη περισσότερο εθνοκεντρική και τελικά σε μία Ευρώπη περισσότερο τεχνοκρατική.

Αυτό, ανάμεσα σε άλλα, έχει ως συνέπεια να κυριαρχεί σήμερα μια ετεροβαρής και ιδιοτελής αντίληψη για την προτεραιότητα της οικονομικής πολιτικής στην Ευρώπη. Μια αντίληψη που εστιάζει στην ταχεία μείωση των δημοσιονομικών ελλειμμάτων στον ευρωπαϊκό Νότο, αλλά ταυτόχρονα την ίδια στιγμή ανέχεται τα εξίσου – εάν όχι και περισσότερο – επιβαρυντικά για την Ευρωζώνη, συστηματικά και θηριώδη πλεονάσματα στο ισοζύγιο τρεχουσών συναλλαγών στον ευρωπαϊκό Βορρά, και, πρωτίστως, στη Γερμανία. Παράλληλα, η επιδείνωση των ενδογενών ασυμμετριών της ευρωπαϊκής ενοποίησης, τις οποίες προανέφερα, επιτάχυναν τις κοινωνικοοικονομικές ανισότητες τόσο ανάμεσα στα κράτη – μέλη όσο και μέσα σε αυτά.
Το σημερινό επίπεδο οικονομικής και κοινωνικής απόκλισης στην Ευρωζώνη θα έλεγα ότι δεν έχει προηγούμενο. Αντιβαίνει στους στόχους των ευρωπαϊκών Συνθηκών για ισόρροπη οικονομική ανάπτυξη, πλήρη απασχόληση και κοινωνική πρόοδο. Ακόμα και όταν η Ευρωζώνη ανακάμπτει, η ανεργία παραμένει υψηλότερη από το επίπεδο πριν από την κρίση αλλά και το κυριότερο, άνισα κατανεμημένη ανάμεσα στο δίπολο Βορρά-Νότου.
Στον ευρωπαϊκό Νότο δε, είναι και σαφώς και σταθερά μεγαλύτερη από τον μέσο όρο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ενώ, την ίδια στιγμή η ανεργία των νέων κυμαίνεται σε εξαιρετικά υψηλά, απαράδεκτα ποσοστά 30% έως και 50%. Κινδυνεύουμε με δύο λόγια στο άμεσο μέλλον, να συμβιώνουμε με μια «χαμένη γενιά» νέων ανθρώπων υψηλών προσόντων, για την οποία θα φέρουμε ακέραια την ευθύνη.
Αυτό, αν θέλετε, είναι και το μεγάλο και πιεστικό πρόβλημα της Ευρώπης σήμερα και αυτή θα πρέπει να είναι η πολιτική της προτεραιότητα. Γι’ αυτό η δημοσιονομική σταθεροποίηση είναι μεν αναγκαία, δεν είναι, όμως, αυτοσκοπός, ούτε μπορεί να επιβάλλεται ερήμην των κοινωνικών συνθηκών. Πρέπει να συνεκτιμά και να συνδυάζεται με την άμεση ανάγκη για ταχεία μείωση της ανεργίας, αύξηση των ποιοτικών θέσεων εργασίας στην κατεύθυνση της πλήρους απασχόλησης. Να μειώσουμε την ανεργία των νέων και των μακροχρόνια ανέργων, όσο πιο πολύ και όσο πιο σύντομα. Αυτή πρέπει να είναι η πρώτη προτεραιότητα. Και μάλιστα προτεραιότητα, όχι στα λόγια, αλλά με συγκεκριμένες πρωτοβουλίες που θα την διευκολύνουν.
Επιτρέψτε μου να σας πω ένα ακόμα παράδειγμα, πιστεύω ακόμα πιο χαρακτηριστικό, που αποδεικνύει την όξυνση των ανισοτήτων και των διαιρέσεων που προκάλεσε η κρίση στην Ευρώπη, στην Ευρωζώνη. Λίγο πριν την είσοδο στην κρίση το 2008, Ελλάδα και Γερμανία είχαν σχεδόν το ίδιο ποσοστό ανεργίας, λίγο πιο πάνω από το 7%. Κατά την έξοδο από την κρίση το 2016, η Ελλάδα είχε τρεις φορές μεγαλύτερο ποσοστό ανεργίας απ’ ότι το 2008, ενώ η Γερμανία είχε το μισό, απ’ ότι είχε πριν από την κρίση. Αυτό και μόνο το στοιχείο αρκεί για να αντιληφθεί κανείς, ποιος ωφελήθηκε και ποιος δεινοπάθησε από την κρίση. Αλλά, αυτή η πρωτοφανής οικονομική και κοινωνική απόκλιση, επιτρέψτε μου να πω, ότι διαβρώνει τη νομιμοποιητική βάση της Ευρωπαϊκής Ένωσης, που δεν είναι άλλη από τη σύγκλιση των επιπέδων διαβίωσης και από την συλλογική ευημερία των λαών της. Και, ακόμα χειρότερα, κάτι το οποίο ζήσαμε κι εμείς στην Ελλάδα κι εσείς ως απειλή έντονα στη Γαλλία, αφήνει διαρκώς ανοιχτό χώρο και έδαφος στο σκοτάδι του ακροδεξιού λαϊκισμού και της μισαλλοδοξίας. Όπως, εξάλλου, κάποτε προειδοποίησε ο Ζακ Ντελόρ, «εάν οι ευρωπαϊκές πολιτικές θέσουν σε κίνδυνο τη συνοχή και θυσιάσουν τα κοινωνικά στάνταρντς, τότε δεν υπάρχει καμία πιθανότητα οι ευρωπαίοι πολίτες να στηρίξουν το ευρωπαϊκό σχέδιο» και ακριβώς μπροστά σε αυτόν τον κίνδυνο βρισκόμαστε σήμερα. Στην αδυναμία να πείσουμε τους πολίτες να στηρίξουν το κοινό ευρωπαϊκό σχέδιο.
Στα μέσα στου 19ου αιώνα, ο σπουδαίος Γάλλος και Ευρωπαίος συγγραφέας, Βίκτωρ Ουγκώ, ο υμνητής της Ευρώπης των λαών, της αλληλεγγύης και της αδελφοσύνης υμνητής, έγραφε το εξής: «Αυτό που ορθώνεται ετούτη τη στιγμή δεν είναι η Ευρώπη των λαών, είναι η Ευρώπη των βασιλέων». Πιστεύω ότι αν ζούσε σήμερα, θα αντικαθιστούσε τους βασιλείς, με τους τεχνοκράτες και τους τραπεζίτες. Γιατί, πράγματι, η σημερινή Ευρώπη είναι το δικό τους δημιούργημα, που δυστυχώς δεν μπορεί να εμπνεύσει και δεν μπορεί να κινητοποιήσει τους πολίτες της. Και για αυτόν ακριβώς τον λόγο είναι που πρέπει να αλλάξει. Η Ελλάδα με την μεγάλη περιπέτεια που έζησε και ο ελληνικός λαός πιστεύω ότι συμμετέχει από θέση ευθύνης στη μεγάλη αυτή προσπάθεια να αλλάξουμε, να μετασχηματίσουμε την Ευρώπη. Να την αλλάξουμε σε μια κατεύθυνση δημοκρατίας, κοινωνικής δικαιοσύνης, και προόδου. Γιατί μόνο έτσι θα μπορεί να έχει μέλλον. Μόνο στηριγμένη στους λαούς της, στα εκατομμύρια των Ευρωπαίων της εργασίας, της δημιουργίας , του πολιτισμού. Μόνον έτσι, θα μπορέσει να παίξει το ρόλο που επιβάλλουν οι σημερινές δύσκολες συνθήκες.
Είναι λοιπόν κατά τη γνώμη μου αναγκαίο, με τη συλλογική μας σκέψη και θέληση, να καταστήσουμε την Ευρώπη ικανή ξανά να ανταποκριθεί στις προκλήσεις του μέλλοντος, των αναδυόμενων οικονομιών ,της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας. Να σχεδιάσουμε και να παρουσιάσουμε στους λαούς μας ένα φιλόδοξο σχέδιο για το κοινό μας αύριο, που θα έχει όμως, τα θεμέλιά του στις κοινές μας αξίες του χθες και που θα απαντά όμως και στις ανάγκες του σήμερα.
Είναι αναγκαίο οι υπερεθνικοί ευρωπαϊκοί θεσμοί, που προϋποθέτουν εκχώρηση κυριαρχίας από τα κράτη-μέλη, να καταστούν θεσμοί υπερεθνικής δημοκρατίας, με ανοικτό κοινωνικό και κοινοβουλευτικό έλεγχο. Να μην επιτρέπουμε πλέον η εκχώρηση κυριαρχίας από τα κράτη μέλη να μετατρέπεται σε υποχώρηση της δημοκρατίας, τόσο σε εθνικό όσο και σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Αλλά να οικοδομήσουμε την έννοια της ευρωπαϊκής κυριαρχίας, που θα βασίζεται σε αληθινά δημοκρατικούς ευρωπαϊκούς θεσμούς και θα εμπλέκει ισότιμα τους λαούς μας στη διαδικασία λήψη των αποφάσεων.
Είναι αναγκαίο η δημοκρατική επανεκκίνηση της Ευρώπης να έχει ως αφετηρία την οικονομική και νομισματική ένωση, η οργανική ενότητα της οποίας προσδιορίζει, σε μεγάλο βαθμό, και τη βιωσιμότητα του ευρωπαϊκού εγχειρήματος συνολικά. Και οργανική ενότητα δεν μπορεί να υπάρξει όσο παραμένει η ενότητα αυτή μόνο νομισματική, αλλά όχι και οικονομική, όχι και κοινωνική. Δηλαδή όσο, εν τέλει, δεν μετασχηματίζεται και σε πολιτική ένωση.
Οργανική ενότητα δεν μπορεί να υπάρξει όσο διαρκεί η σημερινή, χωρίς προηγούμενο, οικονομική και κοινωνική απόκλιση στο εσωτερικό της Ένωσης, όπως προανέφερα. Αυτό σημαίνει ότι η Ευρωζώνη θα πρέπει γρήγορα να μετατραπεί από θεσμό ενισχυμένης συνεργασίας σε θεσμό ενισχυμένης αλληλεγγύης. Γιατί η σημερινή δομή και λειτουργία της Ευρωζώνης, ως μηχανισμού που διευρύνει τις ανισότητες και τις αποκλίσεις, την καθιστά, όχι απλώς ευάλωτη, αλλά και ευεπίφορη σε νέες κρίσεις.
Γι’ αυτό το λόγο, πιστεύω ότι σήμερα χρειαζόμαστε περισσότερο δημοκρατική Ευρώπη. Γι’ αυτό το λόγο πιστεύω, ότι είναι αναγκαίος ο εκδημοκρατισμός της Ευρωζώνης. Η θεσμική και δημοκρατική εμβάθυνσή της, με περισσότερα κοινά εργαλεία πολιτικής και εργαλεία επιμερισμού των κινδύνων μέσα στην Ευρωζώνη.
Είναι επίσης αναγκαίο να αναχαιτίσουμε και τον φορολογικό ανταγωνισμό ανάμεσα στα κράτη- μέλη και να κλείσουμε το δρόμο προς τους φορολογικούς παραδείσους, που συνιστούν νόμιμο τρόπο παραβίασης της νομιμότητας , όσο και αν αυτό ακούγεται οξύμωρο. Να πετύχουμε τη δημοσιονομική σύγκλιση, αλλά παράλληλα να πετύχουμε και την οικονομική και την κοινωνική σύγκλιση.
Και βεβαίως, αντίστοιχα βήματα πολιτικής εμβάθυνσης πρέπει να τολμήσουμε και στην κοινωνική πολιτική. Γιατί η απουσία αξιόπιστων δεσμεύσεων σε κοινωνικούς στόχους δεν αποτελεί μια απλή τεχνοκρατική στρέβλωση, αλλά ένα μεγάλο πολιτικό λάθος, που σύντομα θα το πληρώσουμε. Αποξενώνει τους πολίτες από την Ευρώπη και τις διαδικασίες της, ιδιαίτερα σε εκείνες τις χώρες που έχουν βιώσει, όπως η Ελλάδα, δυσανάλογα το κοινωνικό κόστος της κρίσης.
Γι’ αυτό και πιστεύω ότι προχθές που πήγαμε στο Γκέτεμποργκ και αποφασίσαμε για τον Ευρωπαϊκό Πυλώνα Κοινωνικών Δικαιωμάτων, ήταν πολύ ωραία, κάναμε πολύ καλά, όμως δεν πρέπει για άλλη μία φορά να λέμε ωραία λόγια, τα οποία δεν μπορούν να εφαρμοστούν στην πράξη, αλλά πρέπει αυτός ο Πυλώνας Κοινωνικών Δικαιωμάτων να ενταχθεί στο νομικό πλαίσιο της Ένωσης.
Και τέλος, φίλες και φίλοι, πιστεύω ότι είναι αναγκαίο να ενισχύσουμε αποφασιστικά το θεσμικό πλαίσιο της δημοκρατίας, του ελέγχου και της λογοδοσίας στους Ευρωπαίους πολίτες με τη συγκρότηση ενός Κοινοβουλίου της Ευρωζώνης με ουσιαστικές αποφασιστικές και ελεγκτικές αρμοδιότητες.
Κύριε Πρόεδρε, κυρίες και Κύριοι,
Ελπίζω οι θέσεις που ακούσατε, να μην σας έκαναν να μετανιώσετε για την επιλογή σας. Θεωρώ πως όχι. Και θεωρώ πως όχι γιατί πιστεύω-και επιτρέψτε μου να το πιστεύω- ότι αυτές οι θέσεις συγκροτούν, όχι μία κριτική στην Ευρώπη, αλλά μία ισχυρή και διαρκή δέσμευση για την Ευρώπη.
Γιατί σήμερα ισχυρή και διαρκή δέσμευση για την Ευρώπη, αποτελεί η κριτική στην σημερινή αδιέξοδη πορεία της. Και βεβαίως, πιστεύω ότι αυτή η διαρκής δέσμευση αφορά το όραμα μας για μια Ευρώπη των λαών, της δημοκρατίας και της αλληλεγγύης. Την Ευρώπη του Διαφωτισμού, της γαλλικής Επανάστασης. Την Ευρώπη του πολιτισμού, που αποτελεί την πιο στέρεη βάση πάνω στην οποία μπορούμε να ανοικοδομήσουμε.
Ελπίζω να μην καταχράστηκα της υπομονής σας.
Θέλω για άλλη μία φορά να σας ευχαριστήσω θερμά από τα βάθη της καρδιάς μου, γιατί ξέρετε η τιμή που απονέμετε σήμερα στο πρόσωπο μου, είναι μία τιμή που πιστεύω ότι την δικαιούται και την αξίζει ο ελληνικός λαός, που υπέφερε πάρα πολύ για να παραμείνει σταθερός και να πορεύεται βασισμένος στις μεγάλες ευρωπαϊκές αξίες, οραματιζόμενος το κοινό όνειρο μιας Ευρώπης, δίκαιης, μιας Ευρώπης των λαών.
Σας ευχαριστώ θερμά.